επανάθημα

ἐπανάθημα, το (Α) [τίθημι]
αυτό που τοποθετείται πάνω σε κάτι, το υλικό που τοποθετείται πάνω στα θεμέλια ενός οικοδομήματος, το εποικοδόμημα («καλάμη δὲ τά τῶν αιρέσεων ἐπαναθήματα» — τα οικοδομήματα τών αιρέσεων είναι άχυρα, Κλήμ. Αλ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.